Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

TO ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΓΕΝΙΑ - Αλανούρ Οζάλπ





Ονομάζω τον εαυτό μου τρίτη προσφυγική γενιά. Δεν θυμάμαι τον παππού μου που ήρθε από την Θεσσαλονίκη. Η μητέρα μου όμως πάντα μας μιλούσε γı’ αυτόν και τη δράση του ως υγειονομικός. Ασχολούνταν με την καταπολέμηση μιας αρρώστιας οφθαλμολογικής. Με το άλογο του όργωνε την περιοχή και τα χωριά της Σινώπης όπου είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά του, επισκεπτόταν τους αρρώστους στα σπίτια και τους έβαζε σταγόνες, προσπαθώντας συγχρόνως να τους λύσει και άλλα προβλήματα υγείας. Τους έδινε συμβουλές και τους έστελνε στους κατάλληλους γιατρούς. Δηλαδή εργαζόταν εκείνη την εποχή ως ‘οικογενειακός γιατρός’. Εκείνο τον καιρό η οικογένεια μου είχε επηρεαστεί πολύ από τον Ατατούρκ. «Νίκησε σε έναν ακατόρθωτο αγώνα. Κι εμείς θα νικήσουμε τις οφθαλμολογικές αρρώστιες, θα κερδίσουμε κι εμείς αυτόν τον αγώνα».
Η οικογένεια ήρθε από την πόλη της Θεσσαλονίκης αλλά εδώ αναγκάστηκαν να ζουν στην επαρχία και αυτό είχε λυπήσει πολύ την γιαγιά μου. Πότε πότε στεναχωριόταν και μουρμούριζε: «Αχ τι καλά θα ήτανε να μέναμε στο δικό μας σπίτι». Ο μόνος της σκοπός ήταν να σπουδάσουν όλα της τα παιδιά και είχε επιστρατεύσει όλες της τις δυνάμεις. Η γιαγιά δεν επέτρεπε σε κανένα της παιδί να κάνει οικιακές εργασίες, τα έκανε όλα μόνη της και κουραζόταν. Ο παππούς έλεγε «έχουν γίνει κοτζάμ κοπέλες, ας κάνουν κι αυτές λίγες δουλειές». Κι εκείνη απαντούσε «εκείνες σπουδάζουν, πρέπει να μελετήσουν τα μαθήματα τους». Από τα φάρμακα και τα βιβλία δεν έβρισκαν θέση να κάτσουν στο σπίτι. Οι ομιλίες περιστρέφονταν πάντα γύρω από τις σπουδές των παιδιών. Ο παππούς μου θέλησε πολύ να γίνει γιατρός η μητέρα μου, αλλά επειδή οι σπουδές στην Ιατρική ήταν 6 χρόνια, αναγκάστηκε να σπουδάσει Νομική.
Οι φωτογραφίες των γιαγιάδων και των παππούδων μου, δηλαδή της πρώτης γενιάς, δυστυχώς εξαφανίστηκαν. Από τη γιαγιά μου, ως δεύτερη γενιά, έχουμε μια νεανική φωτογραφία της. Η γιαγιά φοίτησε εσωτερική στο Λύκειο της Τσάμλιτζας, από όπου αποφοίτησε με καλό βαθμό και πήρε ένα πιστοποιητικό για να συνεχίσει τις σπουδές της στην κτηνιατρική σχολή. Αυτό το πιστοποιητικό είναι η μόνη ανάμνηση που μας έχει απομείνει από τη γιαγιά. Υπάρχουν επίσης μερικές οικογενειακές φωτογραφίες και μία δική μου παιδική φωτογραφία.
Η οικογένεια είχε πέντε παιδιά. Τα μεταπολεμικά χρόνια –η Τουρκία δεν μπαίνει στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο– υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Ο πληθυσμός είχε μειωθεί και οι οικογένειες ενθαρρύνονταν να κάνουν παιδιά.
Η γιαγιά μου μού εξηγούσε πως ήθελε να σπουδάσει Ιατρική, αλλά η οικογένειά της ήταν φτωχή και αναγκάστηκε να μπει στη Νομική. «Οι σπουδές στην Ιατρική ήταν 6 χρόνια, στη Νομική μόνο 4. Έπρεπε να τελειώσω τις σπουδές μου και να εργαστώ, να κερδίσω χρήματα για να συντηρήσω την μητέρα και τ’ αδέρφια μου» έλεγε. Η γιαγιά μου ήταν από τις πρώτες γυναίκες που μπήκαν στη Νομική, στην Άγκυρα, και μας εξηγούσε ότι στο αμφιθέατρο υπήρχαν τρεις ακόμα κοπέλες. Μας εξηγούσε πως σπούδασε με υποτροφία και εσωτερική στο Παρθεναγωγείο της Τσάμλιτζα και απεφοίτησε με μεγάλη επιτυχία. Είχε τις καλύτερες αναμνήσεις απ’ αυτό το σχολείο και ήθελε πολύ να σπουδάσω κι εγώ εκεί. Εγώ σπούδασα στο Παρθεναγωγείο του Σκούταρι επίσης εσωτερική σαν τη γιαγιά μου, γιατί η Σχολή της Τσάμλιτζας ήταν γεμάτη, αλλά δυστυχώς με πληρωμή. Παρ’ όλες τις οικονομικές δυσκολίες η οικογένεια προσπάθησε να σπουδάσει όλα της τα παιδιά. Ιδιαιτέρως τα κορίτσια έπρεπε οπωσδήποτε να σπουδάσουν. Στην οικογένεια ήταν 2 αγόρια και 3 κορίτσια. Ο πρωτότοκος γιός κατάφερε να τελειώσει μόνο το Λύκειο. Βρήκε κατόπιν μια δουλειά και συντηρούσε την οικογένεια μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Το δεύτερο παιδί ήταν κορίτσι, σπούδασε μαία και παντρεύτηκε. Το τρίτο παιδί, η γιαγιά μου, τελείωσε τη Νομική, το τέταρτο παιδί, ο γιός, έγινε στρατιωτικός και το στερνοπαίδι σπούδασε δωρεάν κι έγινε μία καταξιωμένη γυμνάστρια. Σ’ όλες τις παρελάσεις είναι η πρώτη. Ήταν μια πολύ όμορφη νέα γυναίκα, παντρεύτηκε αλλά έμεινε με τον καημό ότι δεν απέκτησε ένα παιδί. Με την κατάλληλη θεραπεία εκείνη την εποχή απέκτησε ένα γιό.
Η οικογένειά μας ήταν πολύ δεμένη. Τα μεγάλα παιδιά φρόντιζαν τα μικρότερα. Τα αδέρφια με την εργατικότητα και τις ικανότητές τους προσπαθούσαν να μην γίνουν βάρος στην οικογένεια τους.
(Προσφυγικές Ιστορίες από τις Δύο Όχθες της Νοσταλγίας, Αρχείο Συλλόγου Ανταλλαγέντων Συνθήκης Λωζάνης)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου