Ο προπάππος μου
πραγματοποιούσε μεταφορές στην Ιταλία και τη Γαλλία με ιππήλατες άμαξες. Η οικογένεια
είχε στον Τσεσμέ Μαχαλά των Ιωαννίνων ένα συγκρότημα καταστημάτων, και έτσι από
οικονομική άποψη η ζωή τους πέρασε μέσα στην ευμάρεια. Η οικογένεια επίσης είχε
στην κατοχή της μεγάλες εκτάσεις όπου καλλιεργούσαν καλαμπόκι και σιτάρι.
Μέχρι το 1913
διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις με τους ντόπιους. Τα χρόνια που ακλούθησαν οι διάφορες
υποκινήσεις έγιναν αίτια αυτές οι σχέσεις πότε πότε να μετατραπούν σε εχθρότητα.
Από τις πικρές αφηγήσεις των προγόνων μου άκουσα όταν υπήρξαν μέρες που δεν μπόρεσαν
να βγουν στο δρόμο, να πάνε στο σχολείο και ότι πολλές φορές τους απείλησαν.
Έφτασε η μέρα
της προσφυγιάς. Στα Γιάννενα σε σύντομο χρονικό διάστημα συγκροτήθηκε Επιτροπή Ανταλλαγής.
Οι Έλληνες φίλοι του παππού μου, που τον αγαπούσαν πολύ επέμεναν να μην επιστρέψει
στη Τουρκία. Η γιαγιά μου όμως το αποφασίζει και πάει στην επιτροπή δηλώνοντας ότι
θέλει να μετακομίσει και γράφει το δικό της όνομα αλλά και των κοριτσιών της. Παρά
τις αντιρρήσεις του παππού μου, η γιαγιά μου αρχίζει τις προετοιμασίες του ταξιδιού.
Παίρνοντας τις χρυσές του παππού μου που είχαν απομείνει και τα κοσμήματα αξίας ξεκίνησαν το ταξίδι, έφθασαν στη Πρέβεζα και επιβιβάστηκαν στο πλοίο Σουλχ. Αφηγήσεις
της μητέρας μου:
«Στην παραλία
γινόταν χαμός, σε αθλία κατάσταση γυναίκες, άνδρες, παιδιά εξαντλημένα. Δέματα,
μπαούλα, καλάθια, δισάκια, σεντούκια, τσουβάλια… Βλέμματα ανάμεικτα με φόβο, λύπη
και πόνο… Στα αμήχανα πρόσωπα τους ζωγραφισμένος ο πόνος της απώλειας πολλών πραγμάτων,
η επιθυμία της επιβίωσης, η
ελπίδα της δημιουργίας μιας νέας ζωής.Καταστρώματα, διάδρομοι,
σαλόνια… Ο αγώνας για την εξασφάλιση μιας θέσης. Αποχωρισμοί, κλάματα, γέλια, παιδιά
να προσκολλούνται στις φούστες των μανάδων τους…»
Επιτέλους σε 7-8 μέρες έφτασαν
στα Τούζλα της Πόλης. Πρώτα τους πήγαν στο απολυμαντήριο. Όλοι οι επιβάτες πέρασαν
από καραντίνα. Τη νύχτα θα την βγάλουν στον κήπο κάτω από τις ελιές. Την επόμενη
θα επιβιβαστούν ξανά στο πλοίο για να τους πάνε στο Παντείχι.
Τους αφιχθέντες
τους υποδέχεται η Επιτροπή Ανταλλαγής και δίνει στις οικογένειες τις διευθύνσεις
των σπιτιών που θα εγκατασταθούν. Όταν οι δικοί μου πήγαν στη διεύθυνση που τους
έδωσαν, οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του σπιτιού οι Ρωμιοί με μεγάλη θλίψη τους έδωσαν
το κλειδί του σπιτιού. Από τα μέλη της οικογένειας κανείς δεν γνώριζε Τουρκικά.
Μη γνωρίζοντας δε Τουρκικά δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν σχέσεις με τους γείτονες.
Έκαναν παρέα μόνο με τους Γιαννιώτες.
Ο παππούς μου
πέθανε μετά δυο χρόνια. Πουλήθηκαν ένα ένα όλα τα κοσμήματα που είχαν φέρει από
τα Γιάννενα. Μοναδικός πόρος της οικογένειας ήταν το ενοίκιο από τα δέκα στρέμματα
γης που τους είχε δώσει το κράτος και τα φρούτα και τα λαχανικά που εξασφάλιζαν
από εκεί.
Όλα τα μέλη της
οικογένειας έζησαν με τη νοσταλγία και το όνειρο για τα Γιάννενα που γεννήθηκαν
και μεγάλωσαν. Η μητέρα μου δεν έβρισκε λόγια για να περιγράψει την ομορφιά της
λίμνης Παμβώτιδας. Νοσταλγούσαν πάντοτε την τότε άνετη και ήσυχη ζωή τους. Δεν ξέχασαν
ποτέ τις ωραίες μέρες που τελείωσαν στη ακτή της Πρέβεζας…
Ενώ το ήθελαν
πάρα πολύ, τι κρίμα, για πολιτικούς λόγους δεν μπόρεσαν να πάνε στη μητέρα γη, που
την ζούσαν στα όνειρα τους. Ο μοναδικός λόγος ήταν ότι τόπος γέννησης τους ήταν
τα Γιάννενα…
Η τότε πεντάχρονη
μητέρα μου που δεν ήξερε Τούρκικα και φεύγοντας είπε «Αντίο» ξεκίνησε μια νέα ζωή
στη Τουρκία.
(Προσφυγικές Ιστορίες από τις Δύο Όχθες της Νοσταλγίας, Αρχείο Συλλόγου Ανταλλαγέντων Συνθήκης Λωζάνης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου